Βρίσκεται ανάσκελα ήρεμος να κοιτάει τον ουρανό
λες και δεν συναίβει τίποτα εκείνο το πρωινό
βυθισμένος σε ύπνο με τα μάτια κλειστά
βλέπει αντίστροφα σαν ταινία τη ζωή του να κυλά
αναρωτιέται γιατί άραγε να σκέφτεται τόσο καθαρά
είναι παράξενο γιατί τώρα τελευταία όλα στο κεφάλι του ήταν θολά
το χε πει και ο Καβάφης δύσκολο πράγμα τα γηρατειά
είχε πατήσει τα 90 και τα προβλήματα πολλά
δεν θυμόταν πλέον κανένα
είχαν σπάσει του μυαλού του τα φρένα
τελευταία διάγνωση γεροντική άνια
πολλές φορές φαιρόταν λες και βρισκόταν σε παράνοια
τα παιδιά του τον τρέχαν σε νοσοκομεία,τα έξοδα τρελά
γιατροί φάρμακα και όλα τα σχετικά
του είχαν βάλει γυναίκα αποκλειστική να τον προσέχει και καλά
ζούσαν ενωμένοι με τη γυναίκα του στο σπίτι τόσα χρόνια
αυτός τα είχε χάσει μα εκείνη τα'χε τετρακόσια
εκείνη είχε το μυαλό και αυτός είχε τα πόδια
είχαν και έξι εγγόνια
που θα'φερναν στην οικογένεια τη χαμένη της δόξα
έτσι πίστευε αυτός και ακόμα το πιστεύει
πως η νέα αυτή γενιά θα τα καταφέρει
μα πλέον δεν μπορεί καμία γνώμη να εκφέρει
απλά στην τηλεόραση αμείλητος χαζεύει
ο γιατρός είπε ανίατη περίπτωση
κάθε μέρα το μυαλό του πεθαίνει
όλο αυτό του παρελθόντος του είναι επίπτωση
τα παιδιά του υποτίθεται ζούνε ευτυχισμένοι
έχουνε κάνει οικογένειες και είναι μορφωμένοι
μα μέσα τους η απογοήτευση και η πίκρα βασιλεύει
ο γιος του ο μεγάλος τα έχει κάνει σκατά
χτυπάει τη γυναίκα του και παίζει χαρτιά
βασανίζει τα παιδιά του κυρίως ψυχολογικά
μα και σωματικά
καταστρέφει σχεδόν το σπίτι του και χάνει συνεχώς λεφτά
τον καταδιώκουν και αυτόν τραύματα παιδικά
ο πατέρας του τον έδερνε συχνά
έβγαζε πάνω του τα δικά του απωθημένα
και έτσι και αυτός συνέχισε στα δικά του παιδιά
όταν κατάλαβε το λάθος του ήταν πλεόν αργά
εκείνος μόνος του και η οικογενειά του μακριά
δεν ήθελε κανείς τους να τον δει ξανά
ο άλλος του ο γιος προσπάθησε σκληρά
σπούδασε και δεν είχε στο μυαλό του την πουστιά
βρήκε όμως μια γυναίκα με χρήματα πολλά
την παντρεύτηκε και έκαναν μαζί δυο παιδιά
φτιάχτηκε για τα καλά
ακριβά ρούχα αμάξια σπίτια και εξοχικά
ξέχασε από που ξεκίνησε και τώρα ζει στην ποζεριά
η κόρη του η μικρή
σαν αυτόν πάντοτε έστεκε βουβή
μα είχε όνειρα μεγάλα
ήθελε να βοηθάει τα παιδιά
και να γίνει δασκάλα
εντέλει τα κατάφερε με προσπάθεια και αγώνα
μα τα θέλω της αρκετά δεν πολέμησε και να που είναι τώρα
παντρέμενη με έναν άνθρωπο καλό που δεν επέλεξε όμως εκείνη
έπρεπε να κάνει στους δικούς της το χατήρι
κανένας σημασία πλεόν δεν της δίνει
και έχει μείνει πίσω την πεθερά της να φροντίζει
όλοι νομίζουν πως είναι ευτυχισμένη
μα εκείνη σιωπηλή στη γωνιά της κάτι να αλλάξει περιμένει
το σκηνικό όμως ξεφεύγει απ'του παρόντος την τρέλα
και πάει ακόμα πιο πίσω στου γάμου του τη μέρα
νιώθει συμβιβασμένος και φυλακισμένος
σαν πρόβατο που πάει για σφαγή
ενώ θα'πρεπε να είναι χαρούμενος και ευτυχισμένος
και όχι άδικα γιατί δεν την έχει ερωτευτεί
μα εκείνη είναι μεγάλη και πρέπει να παντρευτεί
με αυτήν την πράξη άλλωστε και αυτός θα βολευτεί
μάλλον όχι ακριβώς αλλά για επανάσταση ήταν δύσκολη εποχή
αγαπήθηκαν όμως στη συνέχεια πολύ
και θα έμεναν ενωμένοι μέχρι την τελευταία τους στιγμή
όμως για να καταλάβει πως βρέθηκε εκεί
το μυαλό του γυρνάει και πάλι
και η μέρα δίνει τη θέση της στο βράδυ
είναι έτοιμος να ξαναζήσει τον εφιάλτη απ'την αρχή
βρίσκεται πεσμένος στο πάτωμα σε ένα υγρό κελί
είναι δεν είναι είκοσι χρονών
και ταγμένος στο πλευρό των αριστερών
εκείνο τον Δεκέμβρη τον σκοτεινό
που η Ελλάδα παραδινόταν στον Εμφύλιο σπαραγμό
εκείνος μετέφερε πληροφορίες στο βουνό
το όνειρο του να γνωρίσει τον μεγάλο αρχηγό
γι'αυτό έκανε ό,τι του έλεγαν χωρίς δισταγμό
όμως τελικά αντί γι'αυτό
κατάλαβε πως ο φανατισμός κάνει μεγάλο κακό
μια μέρα τον κάνανε οι χίτες τσακωτό
του την είχαν στημένη από καιρό
και τώρα μετράει κάνα μήνα που βρίσκεται εδώ
κάθε μέρα ξύλο και ανάκριση
για να μάθουν τα σκυλιά για την επανάσταση
ξαφνικά μπαίνει ένας μπάτσος και τον αρχίζει στις κλωτσιές
τον τραβάει έξω αλλά όχι εκεί που τον πήγε χτες
τον πάει εκεί που γίνονται οι εκτελέσεις
μπας και τον πείσει και του βγουν πιο γρήγορα οι λέξεις
του δίνει μια γροθιά
εκείνος πέφτει κάτω σωστό κουρέλι πια
μια μάσκα πόνου το προσωπό του
σπασμένα ήδη τα μισά του πλευρά
δεν θα προδώσει ποτέ τον αρχηγό του
αίμα τρέχει απ'το κεφάλι του και απ'τα αυτιά
μα αυτός εκεί δεν λυγίζει
δεν βγάζει μιλιά
τότε ο μπάτσος αρχίζει
να του πατάει με την μπότα την κοιλιά
"μίλα ρε αρχίδι"
και η πόρτα ανοίγει
ένα άλλο καθίκι
φέρνει δεμένο μέσα ένα κορίτσι
της κρατάει κλειστό το στόμα
και κείνο όπως και αυτός είναι λιώμα
έχει τόσο καιρό να τη δει
μα αναγνωρίζει αμέσως τη μεγάλη του αδερφή
κάνα δυο χρόνια έχουν διαφορά
ερωτευμένη εκείνη με έναν αντάρτη στα βουνά
μα τώρα αυτός είναι νεκρός
και κείνη αιχμάλωτη στο τυραννικό καθεστώς
ο μπάτσος ουρλιάζει τώρα
"θα μιλήσεις ρε μουνί"
"αλλιώς θα σου γαμήσω την αδερφή"
"και μετά θα την λιώσω με τα χέρια μου μπροστά σου
να δούμε που θα πάει τότε η μαγκιά σου"
τότε εκείνος κατάλαβε πως για αστεία δεν ήταν ώρα
και κοιτώντας την βαθιά στα μάτια,τους τα είπε όλα
για το κρησφύγετο,τα όπλα και τη βόμβα
να ζήσει η αδερφή του έχει σημασία τώρα
και ας γινόταν προδότης του αγώνα
και ας τον πνίγουν οι ενοχές ακόμα
τότε ο μπάτσος κάγχασε:"το καλό μου το παιδί"
και πήγε νικητής να φωνάξει το διοικητή
η αδερφή του τον κοίταξε με μάτια θλιμμένα
ψιθύρησε:"δεν ήταν ανάγκη να το κάνεις αυτό για μένα"
εκείνος την κοίταξε με αγάπη και γύρισε αλλού το βλέμμα
τότε μπήκε μέσα ο διοικητής
και του φώναξε:"στην εξουσία δεν μπορείς να αντισταθείς
σου βρήκα τρόπο την εξορία να γλιτώσεις
για όλα σου τα λάθη έτσι θα ξεχρεώσεις
και θα συνεχίσεις μια χαρά να ζεις
την αδερφή μου τη μικρή θα παντρευτείς
όλα θα λήξουν εκεί
και το μητρώο σου θα καθαριστεί
τότε αναγνώρισε στο πρόσωπο του διοικητή
του χωριού του,που χωρίστηκε στα δύο,τον βασανιστή
που πήρε στην πρωτεύουσα μετάθεση
και κατάλαβε πως έπρεπε να συμβιβαστεί με την κατάσταση
η υπόθεση ήταν τελειωμένη
δεν μπορούσε πια να μην δεχτεί
η καρδιά του θα ήταν για πάντα φυλακισμένη
το ίδιο το μυαλό του και η ψυχή
και κάπως έτσι φτάνουμε στις εκκλησίας τα σκαλιά
με την γραβάτα να τον πνίγει σαν θηλιά
αργότερα του βρήκαν και δουλειά
έκανε και τα παιδιά
μα πάντα η ζωή του είχε μια μαύρη σκιά
ένιωθε πως δεν πάλεψε πραγματικά
πως δεν κυνήγησε τα όνειρα του αρκετά
μα και οι φίλοι του οι αριστεροί
τον παρατήσανε και αυτοί
και καλά οι προδοσία του
μα είχαν και αυτοί με τα χρόνια βολευτεί
από τότε δεν ξαναμίλησε ποτέ για την αριστερά
για τις εμπειρίες του,τις αξίες και τα ιδανικά
μάλιστα ασπάστηκε και τους φασίστες
έβριζε τους αριστερούς
τους έλεγε κομμούνια και αλήτες
όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο δύσκολες ήταν οι νύχτες
έβλεπε εφιάλτες με τον Άρη του και τους αλήτες
του έλεγαν μας πρόδωσες σαν Ερυνίες
μα τούτο το τελυταίο βράδυ του ήταν αλλιώτικο
τους είδε όλους χαμογελαστούς στο όνειρο
"σε συγχωρούμε" του είπαν "έλα μαζί μας στον πόλεμο"
δεν σου κρατάμε πια κακία
ξέρουμε πως πραγματικά έχει η ιστορία
για εξιλέωση τόσων χρόνων απραξίας
αυτή είναι η τελευταία σου ευκαιρία
τότε ενιωσε για πρώτη φορά ευτυχισμένος
και ρίχτηκε στη μάχη με λύσσα και μένος
επιτέλους παλεύει
για ό,τι πραγματικά πιστεύει
η καταπιεσμένη του ψυχή ελευθερώνεται
φασίστες σκοτώνει και τα όνειρα του πραγματώνονται
βρίσκει τον μπάτσο που τον βαρούσε στο κεφάλι
και του αδειάζει όλες τις σφαίρες στην πλάτη
τότε πάνω που είναι μες την τρελή χαρά
γυρνάει και ρίχνει στο αρχηγό του μια ματιά
και κείνος του φωνάζει:" είμαι περήφανος για σένα"
μα τότε βλέπει μια σφαίρα
να του τρυπάει την καρδιά
νιώθει να πετάει στον αέρα
είναι ελεύθερος πια...
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

οπ, ωραια ιστορια ρε συ! λες και ειδα ολοκληρο εργο βασικα.. και λογικα ειναι αληθινη;! ουαου.. εμπειρίες....
ΑπάντησηΔιαγραφήyep αληθινότατη!είναι η ιστορία του άλλου μου του παππού που πέθανε πρόσφατα...
ΑπάντησηΔιαγραφήΩραία ιστορία …
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλησπέρα
καλησπέρα!thnxxx!xD
ΑπάντησηΔιαγραφή